For parents

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ Η ΟΜΑΔΙΚΑ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ;

Για να μάθουν τα παιδιά τους μια ξένη γλώσσα, οι γονείς είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών. Στην προσπάθειά τους αυτή, αρκετοί γονείς προβληματίζονται αν πρέπει να επιλέξουν για το παιδί τους ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ Ή ΟΜΑΔΙΚΟ σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών.

Ποια είναι η σωστότερη απόφαση;
Οι γνωστικές ικανότητες αναπτύσσονται σε κάθε στιγμή της ζωής μας, με την αλληλεπίδραση των ιδεών, των προτάσεων, των διευκρινίσεων, των αντιρρήσεων, των ερωτήσεων των συμμαθητών μας, των φίλων μας, των δασκάλων μας και των μελών της οικογένειάς μας. Πιο απλά μαθαίνουμε πολύ πιο εύκολα και πιο ευχάριστα σαν μέλη μιας ομάδας.
          

  Η εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει το σχολικό περιβάλλον στη διαδικασία της μάθησης, είναι καθοριστική. Τα ανήσυχα νεανικά πνεύματα τρέφονται, μαθαίνουν και παράγουν σε ένα διαρκώς ανανεούμενο περιβάλλον, το οποίο, με κυρίαρχο στοιχείο την άμιλλα, τους δίνει την ευκαιρία να αναζητούν νέους τρόπους έκφρασης και δημιουργίας, να ανακαλύπτουν νέους τρόπους προσέγγισης κάθε μαθήματος.

Τι προσφέρει το ομαδικό μάθημα; Η σύνθεση μιας ομάδας / τάξης είναι ένα κράμα προσωπικοτήτων με διαφορετικές καταβολές, διαφορετικούς μαθησιακούς τύπους και διαφορετικά ταλέντα που μπορεί να διδάσκονται από περισσότερους του ενός καθηγητές. Η εξειδίκευση, η εμπειρία και οι πολιτισμικές καταβολές του κάθε εκπαιδευτικού, συμπληρώνουν, χρωματίζουν, εμπλουτίζουν και διαφοροποιούν κάθε μάθημα. Έτσι, η τάξη γίνεται ο ιδανικός τόπος μάθησης μιας ξένης γλώσσας.
            Σε αντίθεση η οικοδιδασκάλισσα δεν υποχρεώνεται από τις συνθήκες να διαφοροποιεί τις μεθόδους της, ούτε είναι δυνατόν να προσωποποιεί -αυτή η μία-αρκετούς ή όλους τους μαθησιακούς τύπους και χαρακτήρες των μαθητών, να υποκαθιστά τη δυναμική της ομάδας και να εκφράζει την πολυδιάσταση της εποχής μας.
            Κατ' αυτόν τον τρόπο, το ιδιαίτερο μάθημα της ξένης γλώσσας καταλήγει, μετά από τα πρώτα στάδια, μια απομονωτική μονόπλευρη προσέγγιση που μπορεί να οδηγήσει σε μαθησιακό τέλμα. Η υιοθέτηση νέων μεθόδων διδασκαλίας, η διαρκής επιμόρφωση των καθηγητών και η πληθώρα των εποπτικών μέσων (Video, Computer, Multimedia κ.λπ.) στα Κέντρα Ξένων Γλωσσών ολοκληρώνουν τη σύνθεση ενός ιδανικού περιβάλλοντος για τη διδασκαλία κάθε μαθησιακού τύπου μαθητή, που θα εκμεταλλεύεται ισόρροπα τις δυνατότητές του, την ομάδα της τάξης του και το περιβάλλον, ανάλογα με τις απαιτήσεις της μάθησης».

Καθοριστικοί παράγοντες.

                        Το ζητούμενο υψηλό επίπεδο επικοινωνίας στην ξένη γλώσσα, αλλά κυρίως το πτυχίο-στόχος, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία του μαθήματος. Οι υποψήφιοι πρέπει να μάθουν να επικοινωνούν σε ζευγάρια ή σαν ομάδα. Έτσι ακριβώς όπως αντιμετωπίζονται, άλλωστε, στις εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίων (π.χ. Lower – Proficiency).

Ειδικοί λόγοι
            Αν παρ' όλα αυτά ειδικοί λόγοι σας υποχρεώνουν να επιλέξετε ιδιαίτερα μαθήματα, για να μην βρεθείτε εκ των υστέρων προ εκπλήξεως, (συχνά οι μαθητές που εντάσσονται σε ομαδικό μάθημα ύστερα από ιδιαίτερο, διαπιστώνεται ότι έχουν μείνει πίσω σε ύλη)

α. Βεβαιωθείτε ότι ο καθηγητής διαθέτει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ώστε να οδηγήσει το παιδί σας στην απόκτηση αναγνωρισμένων πτυχίων

β. Ελέγχετε κατά περιόδους την πρόοδο του παιδιού σας

Τι να κάνω για να διαβάζει το παιδί μου; Συμβουλές για γονείς.

Μια από τις πιο συχνές αιτίες διένεξης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά είναι το διάβασμα για την επόμενη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και παιδιά που μελετούν πρόθυμα τα μαθήματά τους, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά εύκολα για τους γονείς.
Τι γίνεται όμως όταν το αγγελούδι μας αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί και νοιώθουμε την υπομονή μας να εξαντλείται

μη ξέροντας τι άλλο να δοκιμάσουμε;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ένας γονιός για να βοηθήσει το παιδί του να γίνει πιο υπεύθυνο και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σχολικές του υποχρεώσεις.

Επειδή όμως «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» είναι σημαντικό να κάνουμε μια καλή αρχή απ’ την πρώτη δημοτικού. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό δεν έχει συμβεί, ποτέ δεν είναι πολύ αργά.

Το πρώτο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να μάθουν στα παιδιά τους πώς να οργανώνουν το διάβασμά τους. Οργάνωση όμως δεν σημαίνει μόνο πίνακες με χρονοδιαγράμματα. Όλη η οικογένεια χρειάζεται να μπει σ’ ένα σχετικό πρόγραμμα. Να υπάρχει, για παράδειγμα, συγκεκριμένη ώρα φαγητού και τα υπόλοιπα μέλη να σέβονται τις ώρες που το παιδί διαβάζει αφήνοντάς το ανενόχλητο. Για να το επιτύχουμε αυτό χρειάζεται να ορίσουμε έναν σταθερό χώρο διαβάσματος.

Το δωμάτιο του παιδιού και συγκεκριμένα το γραφείο του είναι ο ιδανικός χώρος για τον σκοπό αυτό, καθώς εκεί μπορεί να απλώσει όλα τα βιβλία και τις σημειώσεις του και να κλείσει την πόρτα του περιορίζοντας έτσι τα ερεθίσματα που του αποσπούν την προσοχή. Αν πάλι παρατηρήσουμε ότι η προσοχή του διασπάται εύκολα, καλό είναι να τοποθετήσουμε το γραφείο του μακριά από το παράθυρο.
Πέρα όμως από τον χώρο, εξίσου σημαντικός είναι και ο χρόνος του διαβάσματος.

Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να ζητάμε από ένα παιδί να ξεκινάει το διάβασμά του αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό, πολύ αργά το βράδυ όταν είναι ήδη πολύ κουρασμένο ή την ώρα που προβάλλεται η αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση.

Γι’ αυτό λοιπόν, θα πρέπει από πριν να έχουμε συζητήσει μαζί του και να έχουμε συμφωνήσει σε μια σταθερή ώρα που όλοι θεωρούμε κατάλληλη για να ξεκινά το διάβασμά του. Σε ότι αφορά τώρα τη διάρκεια, η πολύωρη μελέτη δεν είναι απαραίτητα και πιο αποδοτική, καθώς δεν εξασφαλίζει τη συγκέντρωση.

Ο βαθμός συγκέντρωσης ενισχύεται με συχνά και σύντομα διαλείμματα. Επίσης είναι σημαντικό, αμέσως μόλις το παιδί ολοκληρώνει το διάβασμά του, να ακολουθεί μια επιβράβευση (π.χ. να του επιτρέψουμε να παίξει με τους φίλους του ή με το αγαπημένο του παιχνίδι). Στην περίπτωση πάντως που περιμένει την τελευταία στιγμή για να κάνει τα μαθήματά του, καλό είναι να παραμείνουμε αμέτοχοι.

Παράλληλα, μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μας και κάποιες τεχνικές διαβάσματος, όπως π.χ. να μελετούν τα πιο δύσκολα ή βαρετά μαθήματα στην αρχή που είναι πιο ξεκούραστα, να αποφεύγουν την «παπαγαλία» και να κάνουν ανακεφαλαίωση. Μπορούμε να τους δείξουμε πώς να υπογραμμίζουν τα κύρια σημεία ενός κειμένου, να εντοπίζουν τις «λέξεις – κλειδιά» ή να γράφουν έναν δικό τους τίτλο δίπλα σε κάθε παράγραφο, ώστε να ενισχύουν έτσι την οπτική τους μνήμη και να συγκρατούν ευκολότερα τις πληροφορίες.

Συγχρόνως όμως, είναι αναγκαίο οι γονείς να καταλάβουν ότι τα παιδιά θα πρέπει προοδευτικά να μάθουν να οργανώνουν μόνα τους το διάβασμά τους, να είναι δηλαδή αυτόνομα. Δεν «διαβάζουμε» όλοι μαζί τα μαθήματα της επόμενης ημέρας! Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το διάβασμα είναι ευθύνη του ίδιου του παιδιού, γιατί έτσι ενισχύουμε την αίσθηση της υπευθυνότητάς του.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το αφήνουμε στη μοίρα του, αλλά ότι παρεμβαίνουμε μόνο όπου αυτό χρειάζεται, ανάλογα πάντα με την ηλικία του. Για παράδειγμα, βοηθούμε περισσότερο στην πρώτη δημοτικού, αλλά δεν στεκόμαστε με τον ίδιο τρόπο κοντά του στην τετάρτη δημοτικού, όπου περιμένουμε να είναι πιο αυτόνομο.

Στην περίπτωση τώρα που το παιδί αρνείται επίμονα να διαβάσει, μπορούμε να το αφήσουμε μια φορά να πάει αδιάβαστο, ώστε να έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες της αμέλειάς του. Μια τέτοια ενέργεια βέβαια προϋποθέτει ότι θα ενημερώσουμε τον δάσκαλο, εξηγώντας του τι κάναμε και γιατί. Γενικότερα άλλωστε, η καλή σχέση και η συνεργασία με τον δάσκαλο είναι πολύ σημαντική για την πρόοδο του παιδιού μας.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι η στάση των ίδιων των γονιών απέναντι στο διάβασμα. Αντί να βλέπουμε τηλεόραση την ώρα που ζητάμε απ’ το παιδί μας να διαβάσει, ας την κλείσουμε κι ας διαβάσουμε κι εμείς κάτι, ένα λογοτεχνικό, μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό.

Μπορούμε να του μάθουμε να αγαπά το διάβασμα αγοράζοντας του από μικρή ηλικία παραμύθια ή λογοτεχνικά βιβλία, ώστε να συνδυάσει το διάβασμα με κάτι ευχάριστο. Το βιβλία αυτά όμως θα πρέπει να τα επιλέγει το ίδιο το παιδί με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα. Μια καλή ιδέα θα ήταν να επισκεφτούμε μαζί ένα βιβλιοπωλείο ή μια έκθεση βιβλίου, όπου θα μπορεί να επιλέξει κάτι που του αρέσει.

Παράλληλα, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε το διάβασμα για το σχολείο όσο γίνεται πιο διασκεδαστικό. Δεν σκίζουμε σελίδες και δεν σβήνουμε με μανία, επειδή το παιδί έκανε κάποιο λάθος ή επειδή δεν μας άρεσαν τα γράμματά του! 

Ο στόχος είναι να αγαπήσει το διάβασμα, γι’ αυτό μπορούμε να του διδάξουμε μαθηματικά χρησιμοποιώντας τουβλάκια ή όσπρια, να παροτρύνουμε ένα μικρότερο παιδί να ζωγραφίσει κάτι με βάση αυτό που διάβασε στην ιστορία ή ένα μεγαλύτερο να δοκιμάσει μαζί μας ένα πείραμα που έμαθε στη φυσική ή στη χημεία. Τα παιδιά χρειάζεται να καταλαβαίνουν τη χρησιμότητα όσων διαβάζουν και μπορούμε να τα βοηθήσουμε σ’ αυτό, δίνοντας τους απτά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή για το πώς να χρησιμοποιούν όσα μαθαίνουν.

Επιπλέον, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταφέρουν το δικό τους άγχος για το σχολείο στα παιδιά και να μην έχουν υπερβολικά υψηλές προσδοκίες. Καλός μαθητής δεν είναι μόνο ο πρώτος. Δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι πρώτοι ή τέλειοι. Τα «κηρύγματα», οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί και οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδιά ή τα αδέρφια δεν βοηθούν.

Χρειάζεται να επιβραβεύουμε την προσπάθεια άσχετα από τους βαθμούς, γιατί έτσι ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού μας που είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόοδό του, όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στη ζωή του γενικότερα. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι στην καθημερινότητα των παιδιών είναι αναγκαία η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για παιχνίδι ή χασομέρι, στοιχεία απαραίτητα για την υγιή ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη και να μην τα υπερφορτώνουμε με δραστηριότητες. Πάνω απ’ όλα έχουν ανάγκη να είναι παιδιά.

Ας απομακρυνθούμε από τον μύθο που λέει ότι όσο πιο καλούς βαθμούς παίρνεις τόσο πιο επιτυχημένος γίνεσαι και ας αναρωτηθούμε: Θέλoυμε μια καταρρακωμένη προσωπικότητα με καλούς βαθμούς ή μια υγιή προσωπικότητα με μέτριους ή ακόμη και κακούς βαθμούς; Άλλωστε το να μην είναι κανείς καλός μαθητής δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει και χρήσιμος ή ευτυχισμένος άνθρωπος.

Ειρήνη Κορδερά 
Παιδοψυχολόγος (MSc) / Ψυχολόγος Υγείας(MSc)

Πότε και πώς πρέπει να μάθει το παιδί την αγγλική γλώσσα

Είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι στις μέρες μας η γνώση μιας ξένης γλώσσας όπως η Αγγλική, αποτελεί περισσότερο αναγκαιότητα παρά προσόν. Όπου και να στραφεί κανείς συναντά αγγλική ορολογία σε διάφορες ειδικότητες. Η γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι στα Αγγλικά και αν κάποιος δεν τη γνωρίζει, αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη χρήση τους. Σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής, η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει το παιδί την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας είναι αυτή των επτά περίπου ετών. Και αυτό για να έχει κατακτήσει μέχρι τότε τη μητρική του γλώσσα και να μπορέσει στη συνέχεια να μπει ομαλά στη διαδικασία της διδασκαλίας της γραμματικής γύρω στα εννιά του χρόνια, ηλικία όπου το νοητικό επίπεδο του παιδιού είναι έτοιμο να δεχτεί και να κατανοήσει τους κανόνες και τη χρήση τους.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Τι γίνεται πριν από αυτήν την ηλικία για παράδειγμα στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών; Είναι δυνατόν να ξεκινήσει η εκμάθηση της ξένης γλώσσας από αυτήν την ηλικία; Και αν ναι, με ποιον τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες; Η απάντηση είναι πως ναι εάν αυτό γίνει με μεγάλη προσοχή και εφόσον τηρούνται κάποιες προϋποθέσεις.

Ξεκινάμε βέβαια από το ότι η διδασκαλία θα πρέπει να γίνεται από ειδικευμένο άτομο, το οποίο θα έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και γνώσεις ώστε να προσεγγίσει τα παιδιά αυτής της τόσο ευαίσθητης ηλικίας.
Θα πρέπει να γίνεται με βιωματικό τρόπο μέσα από ομαδικά παιχνίδια, τραγούδια, θεατρική έκφραση, αφήγηση που συνοδεύεται από σχετικές με αυτήν έννοιες, παντομίμα, πειράματα, ακόμα και εκτέλεση απλών συνταγών μαγειρικής.

Θα πρέπει ο/η εκπαιδευτικός να έχει στη διάθεσή του πλούσιο οπτικό και ακουστικό υλικό. Τα παιδιά αυτής της ηλικίας ενθουσιάζονται με τον ήχο και το χρώμα και καθώς το μυαλό τους αποτελεί «λευκό χαρτί», έχουν την ικανότητα να απορροφούν και να αφομοιώνουν άμεσα το υλικό που τους δίνεται.

Προσοχή όμως! Ο/Η εκπαιδευτικός θα πρέπει να γνωρίζει κάθε φορά πόσο υλικό θα δώσει και σε πόσο χρόνο κάθε φορά. Δε θα πρέπει να είναι πολύ γιατί τότε θα δημιουργηθεί σύγχυση στα νήπια, αλλά ούτε και λίγο γιατί τότε δε θα διατηρηθεί το ενδιαφέρον των παιδιών για αρκετή ώρα και η μάθηση δε θα είναι δημιουργική.

Το νήπιο μαθαίνει μέσα από το παιχνίδι την ανακάλυψη και παρατήρηση του περιβάλλοντος κόσμου και την επέμβασή του σε αυτόν. Αν ο/η εκπαιδευτικός της ξένης γλώσσας έχει αυτό πάντοτε υπόψη του και περνάει στα παιδιά τη γνώση της έχοντας ως αρχή το παραπάνω κριτήριο, τότε είναι βέβαιο πως θα καταφέρει να θέσει τις βάσεις για δημιουργική μάθηση που θα οδηγήσει στην πετυχημένη γνώση της ξένης γλώσσας στο μέλλον.

*Αφροδίτη Ανδρέου, Νηπιαγωγός, Καθηγήτρια Αγγλικών

 

Oι ξένες γλωσσες στο σχολείο, η ΑΓΓΛΙΚΗ από την Α' Δημοτικου

της Βασιλκής Δενδρινού

Καντε click ΕΔΩ για να διαβάσετε τη μελέτη

 

Οταν το παιδί μαθαίνει αγγλικά

 

Tης Αλεξάνδρας Καππάτου http://www.akappatou.gr
 
  Πότε ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας και τι είναι καλό να γνωρίζουν οι γονείς ώστε η μύηση να είναι επιτυχής.
 
Οι πρώτες φθινοπωρινές μπόρες και η επάνοδος στο σχολείο – για τους μικρούς- και στην εργασία-  για τους μεγάλους-, σηματοδοτούν  την οριστική λήξη της ανάπαυλας. Ύστερα από ένα Σεπτέμβρη προσαρμογής στην καθημερινή ρουτίνα , με γερές δόσεις ζέστης, που παρέπεμπε ακόμη στο καλοκαίρι, τη «σκυτάλη» αναλαμβάνει ο Οκτώβρης, ο «σίγουρος» μήνας του φθινοπώρου Το σχολείο έχει πλέον μπει για τα καλά στην ημερήσια διάταξη των παιδιών που, εκτός από τα γνωστά μαθήματα της Γλώσσας και της Αριθμητικής, καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα σωρό άλλες δραστηριότητες και γνώσεις.
 
Η μητρική γλώσσα , το «κλειδί» για «Excellent» στα Αγγλικά Click here

Παιδί και computer

 

Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά σήμερα καταλαβαίνουν την τεχνολογία πιο γρήγορα από τους μεγάλους. Δεν είναι λίγες οι φορές που θαυμάζουμε ή απορούμε πως ένα παιδί ακόμα και 2 χρονών παίζει παιχνίδια με το το smartphone των γονιών του ή στον υπολογιστή. Πολλοί γονείς Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι τα παιδιά πρέπει να έρθουν νωρίς σε επαφή με τους υπολογιστές γιατί έτσι κατανοούν καλύτερα την τεχνολογία. Συχνά όμως ο υπολογιστής είναι απλά ένας τρόπος απασχόλησης του παιδιού χωρίς να του προσφέρει κάτι ιδιαίτερο. 

Τα μικρά παιδιά χρειάζονται επαφή με πραγματικά φυσικά αντικείμενα και αλληλεπίδραση με άλλα παιδιά για να αναπτύξουν όλες τους τις αισθήσεις και να ανακαλύψουν το περιβάλλον. Click here

 

Οι κυριότερες πηγές στρες στα παιδιά

Είναι γενικά αποδεκτό ότι σε μια εποχή όπου οι αλλαγές είναι ραγδαίες, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, τα επίπεδα του στρες ολοένα και αυξάνουν. Δυστυχώς, από μια τέτοια κατάσταση δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα και τα παιδιά, τα οποία φαίνεται να αποτελούν μία ομάδα ιδιαίτερα ευπαθή και ευαίσθητη στο να εμφανίσει τις αρνητικές επιπτώσεις του στρες.

Τι ακριβώς όμως είναι το στρες; Η αλήθεια είναι πως ένας και μόνο ορισμός θα ήταν δύσκολος καθώς το στρες περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά από αντιδράσεις του οργανισμού τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ωστόσο, ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος ορισμός του στρες είναι αυτός που έχει διατυπωθεί από τον Lazarus και τους συνεργάτες του και αναφέρει ότι το στρες προκαλείται μέσω των διαδικασιών αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων και του περιβάλλοντός του. Κατ' επέκταση, όταν το άτομο νιώθει ότι οι διαθέσιμοι πόροι του δεν επαρκούν προκειμένου να αντεπεξέλθει στις εκάστοτε απαιτήσεις του περιβάλλοντός του, αρχίζει να βιώνει έντονο στρες.

 

Φαίνεται πως τα παιδιά κάθε ηλικίας είναι δυνατόν να βιώσουν στρες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν σε αυτό έχει να κάνει με την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία τους, καθώς και με το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν.

Τα αίτια, λοιπόν, του παιδικού στρες θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη, έχει να κάνει με το στρες που προκύπτει λόγω της μετάβασης του παιδιού σε ένα επόμενο στάδιο ανάπτυξης. Το βάδισμα, η εκπαίδευση στην χρήση της τουαλέτας, η κοινωνικοποίηση στα πλαίσια του σχολείου είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα πηγών άγχους. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για το παραγωγικό στρες που βοηθά το παιδί να προχωρήσει προς τον δρόμο της αυτονομίας και της ανεξαρτητοποίησης. Η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται περισσότερο στο στρες που προκαλείται από διάφορα γεγονότα ζωής τα οποία αποσυντονίζουν το παιδί, όπως:

Διαζύγιο. Όταν οι γονείς χωρίζουν ή ακόμα και όταν οι διαμάχες ανάμεσα στο ζευγάρι είναι καθημερινή υπόθεση, το παιδί παύει να νιώθει ασφάλεια, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν το αίσθημα του φόβου και ο κίνδυνος της μοναξιάς

Μετακόμιση. Τα παιδιά τα οποία χρειάζεται να απομακρυνθούν από τη γειτονιά τους, το σχολείο τους ή γενικότερα από κάποια ομάδα φίλων συχνά βιώνουν έντονη ανασφάλεια, σύγχυση, αλλά και φόβο

Πένθος. Τις περισσότερες φορές, τα παιδιά δυσκολεύονται να διαχειριστούν την απώλεια είτε αυτή έχει να κάνει με κάποιο μέλος της οικογένειας, είτε με κάποιο φιλικό πρόσωπο, είτε ακόμα και με ένα αγαπημένο κατοικίδιο. Είναι πιθανό να δημιουργηθεί η πεποίθηση στο παιδί ότι με κάποιο τρόπο ευθύνεται το ίδιο για τον θάνατο του αγαπημένου του προσώπου, με αποτέλεσμα να διακατέχεται από ενοχές και έντονο στρες

• Πιεσμένο πρόγραμμα δραστηριοτήτων.Όταν το παιδί νιώθει ότι έχει μόνο υποχρεώσεις και τρέχει κυριολεκτικά από το σχολείο στο φροντιστήριο, από το φροντιστήριο στο κολυμβητήριο, στο ωδείο, στις ξένες γλώσσες κτλ, δίχως να έχει χρόνο για ξεκούραση και παιχνίδι, τότε είναι πιθανό να κάνουν την εμφάνισή τους συναισθήματα άγχους και υπερέντασης

Πίεση από την ομάδα των συνομηλίκων. Τα παιδιά έχουν την τάση να επηρεάζονται από τις συμπεριφορές των συνομηλίκων τους και να κάνουν τα πάντα προκειμένου να μοιάσουν όλο και περισσότερο σε αυτούς. Όταν βλέπουν ότι δεν τα καταφέρνουν, αγχώνονται και βιώνουν μεγάλη πίεση και απογοήτευση
Ιδιαίτερα σημαντικός κρίνεται και ο ρόλος των γονέων. Φαίνεται πως όταν οι γονείς θέτουν υπερβολικά υψηλούς στόχους στο παιδί, του προκαλούν έντονο στρες και αγωνία καθώς φοβάται μια πιθανή απόρριψη εκ μέρους τους στην περίπτωση που δεν τα καταφέρει να ανταποκριθεί επάξια στις προσδοκίες τους.

Επιπλέον, ειδικά στις μέρες μας με το σύννεφο της οικονομικής αστάθειας να μαυρίζει τη ζωή μας, οι γονείς καλό θα ήταν να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί στον τρόπο με τον οποίο συζητούν τέτοια θέματα όταν τα παιδιά είναι κοντά, γιατί είναι πιθανό να τους «φορτώσουν» τελικά τις ανησυχίες τους, με αποτέλεσμα να τους προκαλέσουν άγχος για τα δικά τους προβλήματα.

Συμπερασματικά, αν και τείνουμε να πιστεύουμε ότι τα παιδιά απολαμβάνουν ανέμελα την παιδικότητά τους, δίχως έγνοιες και στεναχώριες, δυστυχώς φαίνεται ότι συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα παιδιά αισθάνονται άγχος, ανασφάλεια και ανησυχούν για πολλούς λόγους καθώς αντιλαμβάνονται πολύ καλά τα όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Ελπίδα Μ. Παναγιωτουνάκου
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Ειδ. Αιγινήτειο Παν/κο νοσ.
Diploma in Dyslexia
Msc Έλεγχος του Στρες και Προαγωγή της Υγείας
Ιατρική Αθηνών

 

Πως η στάση των γονέων μπορεί να ενισχύσει

το κίνητρο των παιδιών για μελέτη

Οι γονείς που επιθυμούν να βελτιώσουν τη θέληση των παιδιών για να ολοκληρώνουν τις σχολικές εργασίες, χρειάζεται να αλλάξουν πρώτα τη δική τους

στάση και συμπεριφορά, όπως αναφέρει πρόσφατη πανεπιστημιακή έρευνα.
Η σχετική έρευνα, υπέδειξε, πως αν οι γονείς υιοθετήσουν μια πιο θετική και υποστηρικτική στάση, αν εξηγήσουν στα παιδιά την ουσιαστική αξία της γνώσης σαν κίνητρο και σταματήσουν να εστιάζουν απλά στην ολοκλήρωση των εργασιών ή στην κατάκτηση ενός υψηλού βαθμού, τότε και η στάση και η κινητοποίηση των παιδιών βελτιώνονται.

Οι γιατροί που πραγματοποίησαν την έρευνα, συνιστούν στους γονείς να δώσουν στα παιδιά τη δυνατότητα κάποιον επιλογών όσων αφορά το πότε και το που θα κάνουν τις σχολικές τους εργασίες. Με αυτόν τον τρόπο οι γονείς μπορούν να βελτιώσουν το αίσθημα το παιδιών ότι είναι ικανά με το να τους επιτρέπουν να διαμορφώσουν τη δομή των έργων τους.

Επιπλέον, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι γονείς μέχρι σήμερα για να αναγκάσουν τα παιδιά να διαβάσουν, μεταδίδουν στα παιδιά την αίσθηση ότι δεν θα τα αγαπούν αν δεν διαβάσουν ή αν δεν πάρουν καλούς βαθμούς. Αυτή η μέθοδος όμως, δε μαθαίνει στα παιδιά να αγαπούν τη γνώση αλλά να κάνουν κάτι αναγκαστικά για να μην χάσουν την αγάπη και την αποδοχή των γονέων τους. Ως εκ τούτου, θεωρείτε σημαντικό από τους γονείς να δείξουν στα παιδιά ότι τα αγαπούν και τα θαυμάζουν ανεξαρτήτως του πόσο επιτυχημένα είναι στη γλώσσα ή τα μαθηματικά. Με αυτόν τον τρόπο το άγχος των παιδιών μειώνετε και μπορούν να μάθουν να αγαπούν τα μαθήματα για την ουσιαστική γνώση που τους προσφέρουν.

.Μια πολύ αποδοτική μέθοδος που βοηθάει τους γονείς να αντιληφθούν πιθανά λάθη, προτού προσπαθήσουν να «μάθουν» ή να «αλλάξουν» το παιδί τους, είναι να αναρωτηθούν ποια είναι τα δικά τους κίνητρα για την καλή επίδοση των παιδιών, πως είναι η στάση τους και πως την αντιλαμβάνεται το παιδί τους και τι ικανότητες μεταδίδουν οι ίδιοι στο παιδί για να μπορέσει να πετύχει τους στόχους του. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να βελτιώσουν σημαντικά τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για να δώσουν αποδοτικά κίνητρα στα παιδιά.

Επίσης, τα σχολεία και τα φροντιστήρια που προσπαθούν να βοηθήσουν τα παιδιά να αποκτήσουν κίνητρα για γνώση δεν πρέπει να ξεχνούν πόσο σημαντικό είναι να επιμορφώνουν και τους γονείς και να τους δίνουν συμβουλές για το πως να βοηθούν και οι ίδιοι τα παιδιά τους.

Τις περισσότερες φορές τείνουμε να συσχετίσουμε τα μαθήματα και το διάβασμα με το σχολείο, δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι οι σχολικές εργασίες ολοκληρώνονται στο σπίτι, άρα, το οικογενειακό περιβάλλον είναι εξίσου σημαντικό με το σχολείο.

Αμαλία Λουίζου, ΜΑ
Ψυχοθεραπέυτρια-Οικογενειακή Σύμβουλος
Κέντρο Παιδιού Εφήβου Οικογένειας

http://www.kepeo.com

 

ΠΟΤΕ Ν' ΑΡΧΙΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΑΓΓΛΙΚΑ;

Έρχεται ο Σεπτέμβριος και μαζί και τα γνωστά διλήμματα των γονέων, που και πάλι πρέπει να πάρουν ένα σωρό αποφάσεις. Aνάμεσα σε όλες τις άλλες είναι και το θέμα της ξένης γλώσσας. Όλοι θέλουμε να δώσουμε στο παιδί μας τα εφόδια εκείνα που θα το βοηθήσουν να «πετύχει» στη ζωή του. Mπορεί η «επιτυχία» να ερμηνεύεται διαφορετικά από τον κάθε γονιό, ανάλογα με την κοσμοθεωρία του, φαίνεται όμως ότι για όλους μία παράμετρος που θεωρείται ότι οδηγεί σε αυτήν είναι η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας. Aυτό που μένει να αποφασιστεί είναι το πότε.

Οι νευροβιολόγοι υποστηρίζουν ότι μέχρι τα 11 χρόνια ο εγκέφαλός έχει πιο αυξημένες δυνατότητες στην εκμάθηση της γλώσσας.

Tα πλεονεκτήματα του νεαρού εγκεφάλου
H αλήθεια είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το δίλημμα αυτό τίθεται όταν τα περισσότερα παιδάκια ξεκινάνε τον παιδικό σταθμό, δηλαδή γύρω στα 3 τους χρόνια. Mία αρκετά καλή ηλικία, σύμφωνα με τους νευροβιολόγους, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι μέχρι τα 11 μας χρόνια ο εγκέφαλος έχει σημαντικά πιο αυξημένες δυνατότητες στην εκμάθηση της γλώσσας σε σχέση με αργότερα, όταν χάνει την ευελιξία του. Tα ερευνητικά αυτά συμπεράσματα επιβεβαιώνουν κάτι που πολλοί από εμάς ξέρουμε εμπειρικά: ξεκινήσαμε αγγλικά στα γυμνασιακά μας χρόνια και κοπιάσαμε στα θρανία κάποιου φροντιστηρίου, για να τα μάθουμε μέσα από δυσνόητους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες και με μία τάση να ξεχνάμε εύκολα όλα όσο διδαχθήκαμε. Θεωρητικά λοιπόν τα παιδιά που ξεκινάνε νωρίς έχουν περισσότερες πιθανότητες να μάθουν καλά μία ξένη γλώσσα, βάζοντας τα θεμέλια τόσο κοντά στην αρχή της ζωής τους. Tο συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτουν στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας τα παιδιά φαίνεται πως διατηρείται έως τα 11-12 χρόνια.

Προσχολική ηλικία:Eκμάθηση μέσω του παιχνιδιού
Eίναι αρκετά συνηθισμένο, όσο τα παιδιά είναι στο στάδιο της προσχολικής αγωγής, να συνδυάζονται το παιχνίδι και η διδασκαλία της ξένης γλώσσας. Έτσι και αλλιώς, σε αυτές τις ηλικίες δεν υπάρχει άλλος τρόπος. H γλώσσα εισάγεται βιωματικά μέσα από τα τραγουδάκια, το παιχνίδι και την επικοινωνία για όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα της ζωής του παιδικού σταθμού. Tα παιδιά, μετά από κάποια πιθανή αρχική διαμαρτυρία, προσαρμόζονται αρκετά καλά, κάνοντας χρήση των αυξημένων δυνατοτήτων τους και αφομοιώνοντας με φυσικότητα τα καινούργια αυτά ερεθίσματα. Bέβαια, πρέπει να επισημάνουμε το εξής: Tα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στα γλωσσικά ακούσματα και έχει σημασία ο διδάσκων να έχει πολύ καλή προφορά (κατά προτίμηση να μιλάει τη μητρική του γλώσσα). Ωστόσο, παρά τις πρόσφατες διαπιστώσεις της νευροβιολογίας για την πλαστικότητα του παιδικού εγκεφάλου, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν, από ψυχολογική και πρακτική άποψη, έχει πράγματι σημασία η εκμάθηση της ξένης γλώσσας από τόσο μικρή ηλικία. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που δυσκολεύονται στην προσπάθεια να εκφραστούν αποτελεσματικά σε μια περίοδο που μαθαίνουν και τη μητρική τους γλώσσα. Δεν είναι επίσης βέβαιο αν η εκμάθηση μέσω του παιχνιδιού τα βοηθά ουσιαστικά, όταν αρκετά αργότερα θα κληθούν να μάθουν τη γραμματική και το συντακτικό της ξένης γλώσσας.

Δημοτικό: Aναζητώντας το χαμένο …ελεύθερο χρόνο!
Tι γίνεται όμως όταν αρχίσουν τα δύσκολα; H προσαρμογή στο δημοτικό, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες της πρώτης τάξης, είναι για τα παιδιά εξαιρετικά απαιτητική. Tα μαθήματα δεν γίνονται πια μέσω παιχνιδιού, γίνονται κανονικά μαθήματα. Tο παιδί καλείται να μάθει να γράφει και να διαβάζει την ελληνική αλφάβητο. Eνώ θεωρητικά το πρόγραμμα είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να μην υπάρχει πολλή δουλειά εκτός σχολείου, στην πράξη τα περισσότερα παιδιά (ανάλογα με το σχολείο και τον εκπαιδευτικό) έχουν αρκετά μεγάλο για την ηλικία τους φόρτο εργασίας για το σπίτι. Kαι το παιχνίδι; «Aς το θυσιάσουμε», σκεφτόμαστε πολλοί, «έχει τελικά σημασία αν είναι να μάθει κάτι παραπάνω που θα του φανεί τόσο χρήσιμο στο μέλλον; Mπορεί τώρα να διαμαρτύρεται, αλλά κάποια μέρα θα καταλάβει…» Aυτά τα λέμε γιατί εμείς οι μεγάλοι συχνά δεν συνειδητοποιούμε τη σημασία του παιχνιδιού για το παιδί. Aντιλαμβανόμαστε αορίστως ότι είναι κάτι που τα ευχαριστεί και τα εκτονώνει, και έτσι το ανεχόμαστε, αλλά δεν το «τιμάμε» πάντα με τη σημασία που του πρέπει και το χρόνο που του αναλογεί. Aυτό γιατί έχουμε ξεχάσει πως ό,τι ξέρουμε το πρωτομάθαμε μέσα από το παιχνίδι. Πώς συμβαίνει αυτό; Aς υποθέσουμε ότι μία συγκεκριμένη μέρα ένα παιδί έχει τις εξής προσλαμβάνουσες παραστάσεις: Bλέπει τη νηπιαγωγό να του μαθαίνει ένα τραγουδάκι, αργότερα έναν εργάτη να χειρίζεται ένα κομπρεσέρ, τη μαμά του να γράφει στον υπολογιστή, τον μπαμπά να ξυρίζεται. Όταν έρθει η ώρα να παίξει, εκείνο αναπλάθει αυτές τις σκηνές, μιμούμενο στοιχεία από όλους αυτούς τους ανθρώπους, προσαρμόζοντάς τα όμως σε μια κατανοητή γι’ αυτό γλώσσα και συνδυάζοντάς τα με άλλες εικόνες από τη φαντασία του. Παίζει λοιπόν με τους ρόλους, αναζητώντας έτσι τη δική του ταυτότητα και τη δική του θέση μέσα στον κόσμο. Παράλληλα, οτιδήποτε του φέρνει σύγχυση, στεναχώρια, άγχος βγαίνει και αυτό μέσα στο παιχνίδι. Προσποιούμενο, παραδείγματος χάρη, ότι είναι σούπερ ήρωας, αντιμετωπίζει όλους τους «κακούς», μαλώνει την κούκλα του με τα ίδια λόγια που το μάλωσε νωρίτερα η μαμά του. Tο παιδί λοιπόν μέσα από το παιχνίδι αποφορτίζεται, μαθαίνει, ηρεμεί, διαμορφώνει ταυτότητα. Eάν υπερφορτώνουμε τη μέρα του με πληροφορίες και μαθήματα, αναιρούμε χωρίς να το ξέρουμε το σκοπό μας. Ένα παιδί χωρίς ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι αδυνατεί να αφομοιώσει σε βάθος ό,τι διδάσκεται. Aκόμα και αυτός ο εύπλαστος νεαρός εγκέφαλος αντιστέκεται κάποια στιγμή στην πίεση, αρνούμενος να κάνει κτήμα του όλα όσα θα μπορούσε. Aυτό μπορεί να πάρει τη μορφή άγχους, ευερεθιστότητας, αφηρημάδας, έντονης ανυπακοής, δυσκολίας στη μάθηση κ.ά.

Ένα παιδί χωρίς ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι αδυνατεί να αφομοιώσει σε βάθος ό,τι διδάσκεται.

Για να μην πιέζεται το παιδί…
Eάν το παιδί δεν έχει εισαχθεί μέχρι την Πρώτη Δημοτικού σε μία ξένη γλώσσα, καλό είναι να περιμένουμε μέχρι την τρίτη ή την τετάρτη τάξη, όταν πια θα χειρίζεται την ελληνική αλφάβητο με ευχέρεια. Tο σκεπτικό είναι να εξασφαλίσουμε ότι το παιδί, κατά την ίδια χρονική περίοδο, δεν βιώνει πίεση σε παραπάνω από ένα «μέτωπο». Eάν όμως η συνέχιση της αγγλικής γλώσσας γίνεται με έναν τρόπο που δεν συνιστά για το συγκεκριμένο παιδί πίεση, τότε δεν αποτελεί και πρόβλημα. Δεν υπάρχει κανόνας για το πόσες είναι οι επιθυμητές ώρες διδασκαλίας στην ξένη γλώσσα. Aυτό εξαρτάται από το βαθμό δυσκολίας που δείχνει να αντιμετωπίζει το κάθε παιδί, σύμφωνα με την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του και τους ρυθμούς του. O δικός μας ρόλος είναι να το παρακολουθούμε και να έχουμε στενή επικοινωνία μαζί του, ώστε να δούμε πώς πηγαίνει η προσαρμογή του στο δημοτικό, φτιάχνοντας το πρόγραμμά του ανάλογα με τις ανάγκες του και εξασφαλίζοντας πάντα τον ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι και ξεκούραση. Kάποια παιδιά δυσκολεύονται πολύ στην προσαρμογή τους και ίσως για αυτά η καλύτερη λύση είναι να τα αφήσουμε να ακολουθήσουν το πρόγραμμα του σχολείου χωρίς επιπλέον ώρες συμπληρωματικών απαιτήσεων.

Tο παιγνίδι δεν αναπληρώνεται
Πράγματι, σύμφωνα με πολλές έρευνες, η παιδική ηλικία αποτελεί ευκαιρία για το ξεκίνημα της εκμάθησης μίας ξένης γλώσσας, προσφέροντας στα παιδιά τη δυνατότητα να μιλάνε αρκετά καλά, χωρίς να κοπιάσουν ιδιαίτερα γι’ αυτό. H επαφή με μία ξένη γλώσσα δεν αποτελεί μονάχα επένδυση για το επαγγελματικό μέλλον. Eίναι και ένα παράθυρο σε έναν άλλον πολιτισμό, εισάγοντάς μας στην ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι πολυσύνθετη. Mε αυτή την έννοια, ανοίγει τους ορίζοντες του παιδιού, επιτρέποντας στη σκέψη του να γίνει πιο ευέλικτη. H ευκαιρία όμως αυτή είναι αποδοτική μόνο όταν μπορεί να συνδυαστεί με το καθημερινό παιχνίδι, και όχι εις βάρος αυτού. Eάν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε μία ξένη γλώσσα και στο παιχνίδι, τότε το δεύτερο είναι πολύ πιο σημαντικό. Ένα παιδί χαρούμενο και ισορροπημένο μπορεί να μάθει μία ακόμη γλώσσα και λίγο αργότερα, και ας μην είναι τέλος πάντων τέλεια η προφορά του. Eκείνο που δεν αναπληρώνεται είναι το παιχνίδι και οι δυνατότητες που αυτό προσφέρει.

Η κ. Αμίνα Μοσκώφ είναι συμβουλευτική ψυχολόγος.

Advertisements